H IΣΤΟΣΕΛΙΔΑ ΤΗΣ ΚΥΠΡΙΑΚΗΣ ΠΡΟΕΔΡΙΑΣ ΤΟΥ ΣΥΜΒΟΥΛΙΟΥ ΤΗΣ ΕΕ ΛΕΙΤΟΥΡΓΕΙ ΠΛΕΟΝ ΩΣ ΑΡΧΕΙΟ ΚΑΙ ΔΕΝ ΕΝΗΜΕΡΩΝΕΤΑΙ.
 
Σταθμοί στην Ιστορία της ΕΕ

Εξήντα και πλέον χρόνια Ευρωπαϊκής συνεργασίας

Η Ευρώπη δεν θα δημιουργηθεί δια μιας, ούτε σε ένα συνολικό οικοδόμημα: θα διαμορφωθεί μέσα από συγκεκριμένα επιτεύγματα που θα δημιουργήσουν πρώτα μια πραγματική αλληλεγγύη

Robert Schuman, Γάλλος Υπουργός Εξωτερικών Affairs

Ενώνουμε λαούς, όχι κράτη

Jean Monnet, Γάλλος Διπλωμάτης
  • Η ιστορία της Ευρωπαϊκής Ένωσης ξεκινάει μέσα στον απόηχο του Β’ Παγκοσμίου Πολέμου. Οι Ευρωπαίοι ηγέτες συμφώνησαν ότι τέτοια αιματηρά γεγονότα δεν πρέπει να επαναληφθούν. Με την λήξη του πολέμου αποφάσισαν να προωθήσουν μια οικονομική συνεργασία με το σκεπτικό ότι γειτονικές χώρες που συνδέονται με εμπορικούς δεσμούς και είναι οικονομικά εξαρτημένες, δεν θα έχουν κίνητρο να εμπλακούν σε πόλεμο.

    Πράγματι, η πρώτη επίσημη πράξη της Ευρωπαϊκής ολοκλήρωσης παρουσιάστηκε στις 9 Μαΐου 1950 στο Παρίσι, από τον τότε Γάλλο Υπουργό Εξωτερικών Robert Schuman, ο οποίος πρότεινε ένα νέο σχέδιο πολιτικής συνεργασίας, το «Σχέδιο Schuman», με στόχο να εκμηδενίσει κάθε ενδεχόμενο πολεμικής σύρραξης ανάμεσα στις ευρωπαϊκές χώρες, εξασφαλίζοντας έτσι διαρκή ειρήνη.

    Από τότε, η 9η Μαΐου εορτάζεται κάθε χρόνο, ως επέτειος της «Δήλωσης Schuman» αλλά και ως «Ημέρα της Ευρώπης».

  • Με βάση το «Σχέδιο Schuman», έξι ευρωπαϊκές χώρες ξεκίνησαν μια συνεργασία υπογράφοντας μια συνθήκη για κοινή διαχείριση της βαριάς βιομηχανίας τους, άνθρακα και χάλυβα, που τροφοδοτούσε τότε και την «πολεμική βιομηχανία». Στόχος ήταν να δημιουργηθεί μεταξύ τους μια αλληλεξάρτηση σε προϊόντα άνθρακα και χάλυβα, ώστε καμία χώρα δεν θα μπορούσε να κινητοποιήσει τις ένοπλες δυνάμεις της εναντίον μιας άλλης, όπως στο παρελθόν. Η Ευρωπαϊκή Κοινότητα Άνθρακα και Χάλυβα (ΕΚΑΧ) ιδρύθηκε από τη «Συνθήκη των Παρισίων» που υπεγράφη στις 18 Απριλίου 1951 μεταξύ έξι ευρωπαϊκών χωρών: Βέλγιο, Γαλλία, Γερμανία, Ιταλία, Λουξεμβούργο και Ολλανδία (Κάτω Χώρες).

  • Βασιζόμενες στην επιτυχία της ΕΚΑΧ, οι έξι ιδρυτικές χώρες αποφάσισαν να επεκτείνουν τη συνεργασία τους και σε άλλους τομείς και συγκεκριμένα στην οικονομία και στην ενέργεια. Στις 25 Μαρτίου 1957 υπέγραψαν στην Ρώμη δύο νέες συνθήκες:

    • τη Συνθήκη της Ευρωπαϊκής Οικονομικής Κοινότητας (ΕΟΚ) ή «κοινή αγορά» για την ελεύθερη κυκλοφορία προσώπων, αγαθών και υπηρεσιών και
    • τη Συνθήκη της Ευρωπαϊκής Κοινότητας Ατομικής Ενέργειας (Ευράτομ) για τον συντονισμό κοινών ερευνητικών προγραμμάτων με στόχο την ειρηνική χρήση της πυρηνικής ενέργειας.

    Από τότε οι συνθήκες αυτές είναι γνωστές ως «Συνθήκες της Ρώμης». Στη συνέχεια, μετά από μια πρωτοβουλία της ολλανδικής κυβέρνησης, τα κράτη μέλη συμφώνησαν ότι για την καλύτερη λειτουργία των τριών Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων, θα έπρεπε να συγχωνευθούν τα διάφορα εκτελεστικά όργανα που είχαν δημιουργηθεί. Την 1η Ιουλίου 1967 τέθηκε σε ισχύ η «Συνθήκη Συγχώνευσης» και οι τρεις Ευρωπαϊκές Κοινότητες (ΕΚΑΧ, ΕΟΚ, Ευρατόμ) λειτουργούν πλέον με μια ενιαία Ευρωπαϊκή Επιτροπή και ένα Ευρωπαϊκό Συμβούλιο.

  • Η Συνθήκη για την ίδρυση της Ευρωπαϊκής Οικονομικής Κοινότητας (ΕΟΚ) προέβλεπε τη δημιουργία μιας κοινής αγοράς με την εξάλειψη όλων των εμποδίων στην ελεύθερη διακίνηση αγαθών, όπως οι δασμοί και τα τελωνειακά τέλη εντός των χωρών της ΕΟΚ.

    Η Ενιαία Ευρωπαϊκή Πράξη που υπογράφηκε στο Λουξεμβούργο, στις 17 Φεβρουαρίου 1986, είναι η 1η σημαντική αναθεώρηση της ιδρυτικής Συνθήκης της ΕΟΚ, που έχει στόχο να προωθήσει ακόμη περισσότερο την ολοκλήρωση της εσωτερικής αγοράς. Τροποποιεί τις διαδικασίες λήψης αποφάσεων (συμπεριλαμβανομένου και του κανόνα της ομοφωνίας) και διευρύνει τις εξουσίες της Κοινότητας σε πολλούς επιπλέον τομείς (εξωτερική πολιτική, περιβάλλον, έρευνα και ανάπτυξη).

  • Στις 7 Φεβρουαρίου 1992 υπογράφηκε στο Μάαστριχτ της Ολλανδίας, η Συνθήκη για την ίδρυση της Ευρωπαϊκής Ένωσης, γνωστή και ως «Συνθήκη του Μάαστριχτ». Πρόκειται για ένα σημαντικό ορόσημο στην πορεία της ευρωπαϊκής ολοκλήρωσης, δεδομένου ότι επεκτείνει την ευρωπαϊκή συνεργασία πέρα από τον οικονομικό τομέα. Έτσι, εκτός από το μελλοντικό ενιαίο νόμισμα, τίθενται και σαφείς κανόνες για την εξωτερική πολιτική, την πολιτική ασφάλειας, καθώς και την πολιτική εσωτερικών υποθέσεων και δικαιοσύνης. Με αυτή τη συνθήκη η επωνυμία «Ευρωπαϊκή Ένωση» αντικαθιστά πλέον τις «Ευρωπαϊκές Κοινότητες»

  • Μετά από μια σειρά μεταρρυθμίσεων, με αποκορύφωμα το 1993, τα κράτη μέλη της ΕΕ κατάφεραν να καταργήσουν τις εκατοντάδες των τεχνικών, νομικών και γραφειοκρατικών εμποδίων που αναχαίτιζαν το ελεύθερο εμπόριο και την ελεύθερη κυκλοφορία σε όλη την Ευρώπη. Πράγματι, η Ενιαία Αγορά αφορά ακριβώς την άρση των φραγμών και την απλούστευση των κανόνων και διαδικασιών, ώστε να μπορεί ο καθένας μέσα στην ΕΕ – πολίτες, καταναλωτές, επιχειρήσεις – να έχουν άμεση πρόσβαση και να επωφεληθούν από μια αγορά 27 ευρωπαϊκών χωρών και 480 εκατομμυρίων ανθρώπων.

    Οι ακρογωνιαίοι λίθοι της ενιαίας αγοράς είναι οι «τέσσερις ελευθερίες» που αφορούν την ελεύθερη κυκλοφορία των εμπορευμάτων, των υπηρεσιών, του κεφαλαίου και των ατόμων. Περισσότερες από 200 συμφωνίες έχουν επιτευχθεί στο πεδίο της φορολογικής πολιτικής, των επιχειρήσεων και των επαγγελματικών προσόντων, με στόχο το άνοιγμα των (εσωτερικών) συνόρων. Ωστόσο, εκκρεμεί ακόμη η ελεύθερη κυκλοφορία ορισμένων υπηρεσιών.

  • Στις 26 Μαρτίου 1995, αρχίζει η εφαρμογή της Συνθήκης Schengen (Σέγκεν) σε επτά κράτη μέλη της ΕΕ (Βέλγιο, Γαλλία, Γερμανία, Ισπανία, Λουξεμβούργο, Ολλανδία και Πορτογαλία). Ταξιδιώτες κάθε εθνικότητας, μπορούν να μετακινούνται ελεύθερα μεταξύ των κρατών μελών που έχουν υπογράψει την εν λόγω συνθήκη, χωρίς έλεγχο διαβατηρίων στα σύνορά τους. Στόχος είναι να καταργηθούν όλα τα εσωτερικά σύνορα και να δημιουργηθεί ένας ενιαίος εσωτερικός χώρος με ένα κοινό εξωτερικό σύνορο. Ο χώρος αυτός είναι σήμερα γνωστός και ως «ζώνη Σένγκεν» από την πόλη του Λουξεμβούργου, όπου υπογράφηκε η αρχική συμφωνία.

    Στα εξωτερικά σύνορα της ζώνης Σέγκεν ο έλεγχος διαβατηρίων, καθώς και οι  έλεγχοι μετανάστευσης ακολουθούν τις ίδιες διαδικασίες. Επίσης, εφαρμόζονται κοινοί κανόνες για τις θεωρήσεις βίζας, τις αιτήσεις βραχείας διαμονής και τις αιτήσεις παροχής ασύλου. Ταυτόχρονα, για να ενισχυθεί η ασφάλεια μέσα στη ζώνη Σέγκεν έχει αυξηθεί η συνεργασία και ο συντονισμός μεταξύ των υπηρεσιών της αστυνομίας και των δικαστικών αρχών. Το καθεστώς που διέπει τη συνεργασία Σέγκεν ενσωματώθηκε στο νομικό πλαίσιο της ΕΕ με την Συνθήκη του Άμστερνταμ το 1997.

  • Στις 17 Ιουνίου 1997, υπογράφηκε η Συνθήκη του Άμστερνταμ. Βασίζεται στα επιτεύγματα της Συνθήκης της Ευρωπαϊκής Ένωσης (Συνθήκη του Μάαστριχτ) σχετικά με την αναθεώρηση των θεσμικών οργάνων της ΕΕ και στοχεύει στην ενίσχυση της διεθνούς θέσης της Ευρώπης, των δικαιωμάτων των πολιτών, καθώς και στην αύξηση των πόρων για την απασχόληση.

  • Την 1η Ιανουαρίου 2002, τα χαρτονομίσματα και τα κέρματα του Ευρώ αντικατέστησαν τα εθνικά νομίσματα. Το Ευρώ είναι το ενιαίο νόμισμα της Ευρώπης και κυκλοφόρησε αρχικά σε 12 κράτη μέλη της ΕΕ. Η έκδοση των χαρτονομισμάτων, η κοπή των κερμάτων και η διανομή τους στις 12 χώρες αποτελεί ένα σημαντικό επιχειρησιακό έργο. Τα χαρτονομίσματα είναι τα ίδια για όλες τις χώρες. Τα κέρματα έχουν μια κοινή όψη όπου αναγράφεται η αξία τους, ενώ η άλλη όψη απεικονίζει ένα έμβλημα εθνικής κοπής (της χώρας δηλαδή που είχε την ευθύνη κοπής του κέρματος). Όλα τα κέρματα και τα χαρτονομίσματα του Ευρώ κυκλοφορούν ελεύθερα σε όλη τη «ζώνη του Ευρώ» ή «Ευρωζώνη» που αποτελείται από τα κράτη μέλη της ΕΕ που έχουν υιοθετήσει το Ευρώ ως κοινό τους νόμισμα. Σήμερα η «ζώνη του Ευρώ» αποτελείται από 17 κράτη μέλη της ΕΕ.

    Υπεύθυνη για τη ρύθμιση της κυκλοφορίας του Ευρώ είναι η Ευρωπαϊκή Κεντρική Τράπεζα, που ιδρύθηκε με κύριο στόχο την διασφάλιση της σταθερότητας των τιμών (χαμηλά ποσοστά πληθωρισμού) στην Ευρωζώνη, με την διεξαγωγή κατάλληλης νομισματικής πολιτικής. 

    1999: Βέλγιο, Γερμανία, Ιρλανδία, Ισπανία, Γαλλία, Ιταλία, Λουξεμβούργο, Κάτω Χώρες, Αυστρία, Πορτογαλία και Φινλανδία
    2001: Ελλάδα
    2002: Κυκλοφορία χαρτονομισμάτων και κερμάτων του ευρώ
    2007: Σλοβενία
    2008: Κύπρος, Μάλτα
    2009: Σλοβακία
    2011: Εσθονία

  • Τα έξι ιδρυτικά κράτη μέλη αυξήθηκαν σταδιακά και σήμερα είναι 27.

    1973: Δανία, Ιρλανδία και Ηνωμένο Βασίλειο (Μεγάλη Βρετανία).
    1981: Ελλάδα.
    1986: Πορτογαλία και Ισπανία.
    1995: Φιλανδία, Σουηδία και Αυστρία.
    2004: Εσθονία, Κύπρος, Λετονία, Λιθουανία, Μάλτα, Ουγγαρία, Πολωνία, Σλοβακία, Σλοβενία και Τσεχία.
    2007: Βουλγαρία και Ρουμανία.

    Η Κύπρος έγινε μέλος της ΕΕ το 2004, μαζί με άλλες εννέα χώρες της Κεντρικής και Ανατολικής Ευρώπης. Η διεύρυνση του 2004 ήταν η μεγαλύτερη στην ιστορία της ΕΕ και είχε συμβολική σημασία, δεδομένου ότι θεωρήθηκε ως ενοποίηση της Ευρώπης. Η Κροατία πρόκειται να γίνει το 28ο κράτος μέλος της Ευρωπαϊκής Ένωσης την 1η Ιουλίου 2013.

    Η Ισλανδία, η Τουρκία, το Μαυροβούνιο και η Πρώην Γιουγκοσλαβική Δημοκρατία της Μακεδονίας είναι υποψήφιες για ένταξη χώρες. Οι ενταξιακές διαπραγματεύσεις με το Μαυροβούνιο, τη Σερβία και την Πρώην Γιουγκοσλαβική Δημοκρατία της Μακεδονίας δεν έχουν αρχίσει ακόμη. Τρείς επιπλέον χώρες, η Αλβανία, η Βοσνία Ερζεγοβίνη και το Κοσσυφοπέδιο (βάσει του ψηφίσματος του Συμβουλίου Ασφαλείας του ΟΗΕ 1244), είναι εν δυνάμει υποψήφιες χώρες.

    Προκειμένου μια υποψήφια προς ένταξη χώρα να ενταχθεί και να γίνει πλήρες μέλος της ΕΕ πρέπει να εφαρμόσει την ισχύουσα ευρωπαϊκή νομοθεσία και να τηρεί όλους τους κανόνες για τη δημοκρατία, τη δικαιοσύνη και τα ανθρώπινα δικαιώματα. Επιπλέον, η υποψήφια χώρα πρέπει να διαθέτει και μια λειτουργική οικονομία της αγοράς. Οι απαιτήσεις είναι υψηλές και οι ενταξιακές διαπραγματεύσεις μπορεί να διαρκέσουν για μεγάλο χρονικό διάστημα. 

  • Η Συνθήκη της Λισαβόνας, που υπεγράφη στις 13 Δεκεμβρίου 2007 και από τα 27 κράτη μέλη της ΕΕ, τροποποιεί και κωδικοποιεί τις προηγούμενες συνθήκες. Έχει σχεδιαστεί έτσι ώστε να γίνει η ΕΕ ακόμα πιο δημοκρατική, εισάγοντας διαφανείς διαδικασίες, και ακόμα πιο αποτελεσματική στη λειτουργία της, ώστε να είναι σε θέση να αντιμετωπίσει με επιτυχία τις παγκόσμιες προκλήσεις του 21ου αιώνα, όπως η κλιματική αλλαγή, η ασφάλεια και η βιώσιμη ανάπτυξη. Η Συνθήκη της Λισαβόνας τέθηκε σε ισχύ τον Δεκέμβριο του 2009, αφού προηγουμένως επικυρώθηκε από όλα τα κράτη μέλη της ΕΕ.

    Η Συνθήκη της Λισαβόνας έφερε ορισμένες σημαντικές αλλαγές, αλλά και καινοτομίες σχετικά με τον τρόπο λειτουργίας της ΕΕ. Συγκεκριμένα:

    • Η ΕΕ έγινε πιο δημοκρατική: Το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο έχει ενισχυθεί και λειτουργεί ως συν-νομοθέτης με το Συμβούλιο (διαδικασία συναπόφασης). Η διαδικασία αυτή, γνωστή ως Συνήθης Νομοθετική Διαδικασία καλύπτει πλέον περισσότερο από 85% του νομοθετικού έργου της ΕΕ. Επιπλέον τα εθνικά κοινοβούλια διαθέτουν, χάρις στη Συνθήκη της Λισαβόνας, καλύτερες μεθόδους για την προάσπιση της αρχής της επικουρικότητας, ελέγχοντας με πιο αποτελεσματικό τρόπο κατά πόσον οι νομοθετικές προτάσεις που υποβάλλονται από την Ευρωπαϊκή Επιτροπή είναι σύμφωνες με την αρχή της επικουρικότητας.
    • Η ΕΕ είναι πιο κοντά στους πολίτες της: Η Συνθήκη της Λισαβόνας καθιερώνει την Πρωτοβουλία των Ευρωπαίων Πολιτών. Εισάγει δηλαδή μια νέα συμμετοχική και δημοκρατική διάταξη που αναφέρει ότι ένα εκατομμύριο πολίτες προερχόμενοι από διαφορετικά κράτη μέλη μπορούν να αναλάβουν «νομοθετική πρωτοβουλία» καλώντας την Ευρωπαϊκή Επιτροπή να υποβάλλει πρόταση επί θεμάτων για τα οποία οι ευρωπαίοι πολίτες θεωρούν ότι απαιτείται νομική πράξη της ΕΕ προκειμένου να τηρηθούν και να εφαρμοστούν όσα προβλέπει η Συνθήκη της Λισαβόνας.
    • Η ΕΕ έχει γίνει πιο αποτελεσματική: Οι διαδικασίες λήψης αποφάσεων έχουν γίνει πιο εύκολες και ταχύτερες, δεδομένου ότι οι κανόνες ψηφοφορίας έχουν τροποποιηθεί (περισσότερες αποφάσεις με πλειοψηφία στο Συμβούλιο). Επιπλέον, το Ευρωπαϊκό Συμβούλιο που αποτελείται από τους αρχηγούς κρατών και κυβερνήσεων, διαθέτει τώρα έναν μόνιμο Πρόεδρο, κάτι που εξασφαλίζει τη συνέχεια των εργασιών του Συμβουλίου. Ο βέλγος Herman Van Rompuy είναι ο πρώτος Πρόεδρος του Ευρωπαϊκού Συμβουλίου.
    • Η ΕΕ μπορεί να αντιμετωπίσει καλύτερα τις παγκόσμιες προκλήσεις: η εξωτερική πολιτική της ΕΕ έχει ενισχυθεί, πράγμα που καθιστά ευκολότερη την προώθηση των ευρωπαϊκών θέσεων και συμφερόντων σε παγκόσμιο επίπεδο. Η ενίσχυση αυτή επιτεύχθηκε κυρίως με την θέσπιση της Ευρωπαϊκής Υπηρεσίας Εξωτερικής Δράσης με επικεφαλής τον «Ύπατο Εκπρόσωπο για Θέματα Εξωτερικής Πολιτικής και Πολιτικής Ασφάλειας» που εκπροσωπεί την ΕΕ στα θέματα αυτά. Πρώτη «Ύπατος Εκπρόσωπος για Θέματα Εξωτερικής Πολιτικής και Πολιτικής Ασφάλειας» ορίστηκε η βρετανίδα Catherine Ashton.
    • Ο Χάρτης των Θεμελιωδών Δικαιωμάτων έχει ενσωματωθεί στο Ευρωπαϊκό Πρωτογενές Δίκαιο ενισχύοντας έτσι το θεσμικό σκέλος της ΕΕ όσον αφορά τα δικαιώματα και τις ευρωπαϊκές αξίες της ελευθερίας, της αλληλεγγύης και της ασφάλειας, δημιουργώντας νέους μηχανισμούς αλληλεγγύης και εξασφαλίζοντας καλύτερη προστασία για τους ευρωπαίους πολίτες.